της Κυριακής Παπαδοπούλου, Δικηγόρου, ΜΔΕ
- Ο Άρειος Πάγος έκρινε πότε οι πρόσθετες παροχές δεν υποκαθιστούν τις νόμιμες αποδοχές
Μπορεί η καταβολή μισθού υψηλότερου από τον νόμιμο να καλύπτει τις αξιώσεις εργαζομένου από την απασχόλησή του τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες; Και μπορεί η παροχή διαμονής, διατροφής ή άλλων διευκολύνσεων από τον εργοδότη να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη διεκδίκηση οφειλόμενων αποδοχών; Τα ερωτήματα αυτά απασχόλησαν τα δικαστήρια της Χαλκιδικής και έφτασαν μέχρι τον Άρειο Πάγο, με αφορμή εργατική διαφορά σε ξενοδοχειακή επιχείρηση του Πευκοχωρίου. Με την υπ' αριθμ. 281/2026 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2026, το ανώτατο δικαστήριο εξέτασε τα όρια του συμβατικού καταλογισμού πρόσθετων αποδοχών και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, αναδεικνύοντας μια ουσιώδη διάκριση: η ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση ή η χορήγηση οικειοθελών εργοδοτικών παροχών δεν συνεπάγεται, από μόνη της, απόσβεση των νόμιμων εργασιακών αξιώσεων.
Η υπόθεση αφορούσε εποχική εργαζομένη, η οποία απασχολήθηκε από το 2008 έως το 2020 σε ξενοδοχειακή μονάδα στο Πευκοχώρι Χαλκιδικής, με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Η απασχόλησή της συνδεόταν με την τουριστική περίοδο, κατά κανόνα από τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο έως τα τέλη Οκτωβρίου, και περιλάμβανε εργασίες καθαριότητας, ιματισμού και υποστήριξης της λειτουργίας των εγκαταστάσεων. Η διαφορά επικεντρώθηκε στην περίοδο 2016–2020, κατά την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αγωγής της, εργαζόταν συστηματικά και πέραν των συμφωνημένων ημερών απασχόλησης, χωρίς να λαμβάνει το σύνολο των αντίστοιχων αποδοχών. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι είχε πράγματι απασχοληθεί σε συγκεκριμένα Σάββατα, Κυριακές και αργίες, προσδιορίζοντας τις αντίστοιχες απαιτήσεις με βάση τις ημέρες εργασίας, τις χορηγηθείσες ημέρες ανάπαυσης και τις εφαρμοστέες μισθολογικές προσαυξήσεις.
Η εργαζομένη άσκησε στις 4 Αυγούστου 2021 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας, ζητώντας, όπως τελικά περιόρισε το αίτημά της, 17.628,18 ευρώ. Από το ποσό αυτό, 7.857,02 ευρώ αφορούσαν την απασχόλησή της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και 9.771,16 ευρώ την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, χωρίς την αντίστοιχη αναπληρωματική ανάπαυση. Με την υπ' αριθμ. 149/2022 απόφασή του, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο τις ενστάσεις της εργοδότριας περί καταλογισμού των υπέρτερων των νόμιμων αποδοχών και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Η εργαζομένη άσκησε έφεση και το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, με την υπ' αριθμ. 113/2024 απόφασή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού επανεξέτασε την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, επιδικάζοντας 14.863 ευρώ, με νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσής της.
Το πρώτο νομικό ζήτημα αφορούσε τη δυνατότητα συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ώστε οι αποδοχές που υπερβαίνουν τα νόμιμα κατώτατα όρια να καλύπτουν ορισμένες πρόσθετες μισθολογικές αξιώσεις. Ο Άρειος Πάγος υπενθύμισε ότι η εργατική νομοθεσία δεν αντιμετωπίζει ενιαία όλες τις μορφές πρόσθετης απασχόλησης. Κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959, είναι άκυρη η συμφωνία σύμφωνα με την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμη και παράνομη υπερωριακή εργασία καλύπτονται, εν όλω ή εν μέρει, από αποδοχές υψηλότερες των ελάχιστων νόμιμων. Η απαγόρευση συνδέεται με τον αναγκαστικό χαρακτήρα της προστασίας της υπερωριακής απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να παρακαμφθεί μέσω γενικής συμφωνίας ενσωμάτωσης της σχετικής αμοιβής στον μισθό.
Διαφορετική είναι η αντιμετώπιση άλλων αξιώσεων, όπως εκείνων που απορρέουν από την υπερεργασία, την απασχόληση κατά τις ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές και τις αργίες ή τη νυχτερινή εργασία. Για τις κατηγορίες αυτές, η νομολογία δέχεται, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα έγκυρης συμφωνίας καταλογισμού των οφειλόμενων προσαυξήσεων στις καταβαλλόμενες αποδοχές που υπερβαίνουν τα νόμιμα ελάχιστα όρια. Καθοριστική δεν είναι, επομένως, μόνο η διαπίστωση ότι καταβλήθηκε υψηλότερος μισθός, αλλά και η ύπαρξη συμφωνίας των μερών για τη συγκεκριμένη λειτουργία του. Η συμφωνία δεν επιτρέπεται να καταστρατηγεί τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις ούτε να οδηγεί σε συνολικές αποδοχές κατώτερες από εκείνες που οφείλονται σύμφωνα με τη νομοθεσία και τις εφαρμοστέες συλλογικές ρυθμίσεις.
Η διάκριση αυτή εξηγεί γιατί δεν απαγορεύεται κάθε συμφωνία ενσωμάτωσης προσαυξήσεων σε ευνοϊκότερες συμβατικές αποδοχές. Οι διατάξεις της υπ' αριθμ. 25825/1951 κοινής υπουργικής απόφασης απαγορεύουν τον μονομερή καταλογισμό από τον εργοδότη των υψηλότερων αποδοχών στις οφειλόμενες προσαυξήσεις για εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τη νύχτα, δεν αποκλείουν όμως την αντίστοιχη συμφωνία με τον μισθωτό. Μάλιστα, η εγκυρότητά της δεν προϋποθέτει τον εκ των προτέρων προσδιορισμό του ακριβούς ποσού κάθε επιμέρους προσαύξησης, το οποίο συχνά εξαρτάται από μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης. Εκείνο που απαιτείται είναι να έχει πράγματι συναφθεί συμφωνία καταλογισμού και να διασφαλίζεται η καταβολή του συνόλου των νόμιμων αποδοχών.
Στην εξεταζόμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής δέχθηκε ότι η εργαζομένη είχε λάβει κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα αποδοχές υψηλότερες από τα νόμιμα ελάχιστα όρια. Ωστόσο, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία σύμφωνα με την οποία η μισθολογική αυτή διαφορά θα κάλυπτε τις αξιώσεις της από εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και τις Κυριακές. Για τη διαμόρφωση της κρίσης του συνεκτίμησε τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα πρόσληψης των επίδικων ετών, στα οποία δεν υπήρχε αναφορά σε τέτοια συμφωνία. Η απουσία σχετικής καταχώρισης δεν αντιμετωπίστηκε ως αυτοτελής λόγος ακυρότητας μιας ενδεχόμενης προφορικής συμφωνίας, αλλά αξιολογήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία για τη διαπίστωση ότι η συμφωνία που επικαλούνταν η εργοδότρια δεν είχε καταρτιστεί.
Η εργοδότρια αμφισβήτησε αναιρετικά την παραδοχή αυτή, επικαλούμενη συγκεκριμένες μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις, από τις οποίες, κατά την άποψή της, προέκυπτε η ύπαρξη συμφωνίας καταλογισμού. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε τις αντίστοιχες αιτιάσεις ως απαράδεκτες, επισημαίνοντας ότι, υπό την επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, επιχειρούνταν ουσιαστικά η επανεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Η διαπίστωση της ύπαρξης ή μη συγκεκριμένης συμφωνίας αποτελεί, καταρχήν, ζήτημα πραγματικό, το οποίο ανήκει στην ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση δεν καθιερώνει, συνεπώς, γενική απαγόρευση συμβατικού καταλογισμού, αλλά εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες σε περίπτωση όπου δεν είχε αποδειχθεί η αναγκαία συμφωνία.
Το δεύτερο ζήτημα αφορούσε την επίκληση οικειοθελών εργοδοτικών παροχών ως λόγου αποκλεισμού των εργασιακών αξιώσεων. Η εργοδότρια υποστήριξε ότι, πέρα από τις υψηλότερες αποδοχές, είχε παραχωρήσει στην εργαζομένη και στην οικογένειά της κατάλυμα εντός της ξενοδοχειακής μονάδας, καλύπτοντας παράλληλα δαπάνες ηλεκτρικού ρεύματος, ύδρευσης, επικοινωνιών και διατροφής. Κατά την επιχειρηματολογία της, οι παροχές αυτές, σε συνδυασμό με τη χορήγηση ημερών ανάπαυσης όποτε ζητούνταν, καθιστούσαν καταχρηστική τη μεταγενέστερη δικαστική διεκδίκηση πρόσθετων αποδοχών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε υιοθετήσει την προσέγγιση αυτή, αποδίδοντας στις επικαλούμενες παροχές οικονομική αξία 17.790 ευρώ και θεωρώντας ότι η άσκηση της αγωγής υπερέβαινε τα επιτρεπτά όρια της καλής πίστης.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε διαφορετική κρίση, απορρίπτοντας την ένσταση ως μη νόμιμη. Δέχθηκε ότι, ακόμη και αν θεωρούνταν αληθή τα περιστατικά που επικαλούνταν η εργοδότρια, η αποδοχή των σχετικών παροχών δεν αρκούσε για να καταστήσει καταχρηστική τη διεκδίκηση οφειλόμενων εργασιακών αποδοχών. Η διάκριση έχει σημασία: το Εφετείο δεν χρειάστηκε να αποφανθεί οριστικά για την ύπαρξη και την οικονομική αξία κάθε παροχής, αφού έκρινε ότι η ένσταση, ακόμη και με βάση το ιστορικό της, δεν μπορούσε να οδηγήσει στην αιτούμενη έννομη συνέπεια. Η αντίθετη παραδοχή θα επέτρεπε να αποκλείεται η δικαστική προστασία του εργαζομένου εξαιτίας της προηγούμενης αποδοχής παροχών που δεν είχαν συμφωνηθεί ως μέσο εξόφλησης των συγκεκριμένων αξιώσεων.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του. Η εφαρμογή της διάταξης προϋποθέτει ειδικές περιστάσεις που καθιστούν τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος μη ανεκτή κατά τις κρατούσες αντιλήψεις δικαίου. Δεν αρκούν η απλή οικονομική επιβάρυνση του υπόχρεου, η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου ή η προηγούμενη αποδοχή ορισμένων ευεργετημάτων. Απαιτείται, μεταξύ άλλων, να εξετάζεται εάν η συμπεριφορά του δικαιούχου δημιούργησε ευλόγως στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν θα ασκηθεί και εάν η μεταγενέστερη άσκησή του ανατρέπει, κατά τρόπο προφανώς αντίθετο προς την καλή πίστη, την κατάσταση που διαμορφώθηκε.
Ο Άρειος Πάγος επικύρωσε τη σχετική νομική κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η παροχή καταλύματος, η κάλυψη προσωπικών ή οικογενειακών αναγκών και η καταβολή υψηλότερων αποδοχών δεν αποτελούσαν, με το περιεχόμενο που είχε δοθεί στην ένσταση, περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εργαζομένης. Η κρίση δεν σημαίνει ότι κάθε εργοδοτική παροχή σε είδος στερείται νομικής σημασίας ή ότι η συμπεριφορά του εργαζομένου είναι πάντοτε αδιάφορη για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ. Επιβεβαιώνει, όμως, ότι η εξαίρεση της καταχρηστικότητας δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην οικονομική αποτίμηση παροχών που ο εργοδότης χορήγησε κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο διαχωρισμός του συμβατικού καταλογισμού από την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Πρόκειται για διαφορετικούς μηχανισμούς του ιδιωτικού δικαίου. Στην πρώτη περίπτωση εξετάζεται εάν τα μέρη συμφώνησαν εγκύρως ότι ορισμένες πρόσθετες απαιτήσεις καλύπτονται από ήδη καταβαλλόμενες αποδοχές. Στη δεύτερη ερευνάται εάν, παρά την ύπαρξη δικαιώματος, η άσκησή του υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης. Η μη απόδειξη συμφωνίας καταλογισμού δεν μπορεί να αναπληρώνεται αυτομάτως με την επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ, διότι έτσι θα παρακάμπτονταν οι ιδιαίτερες προϋποθέσεις που διέπουν τη γένεση και την απόσβεση των εργασιακών αξιώσεων.
Η απόφαση έχει, τέλος, ενδιαφέρον και ως προς τα όρια του αναιρετικού ελέγχου. Επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση είχε εκδοθεί από Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, εφαρμογή είχε το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, το οποίο προβλέπει περιοριστικά τους επιτρεπτούς λόγους αναίρεσης. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε αιτιάσεις που αφορούσαν την εκτίμηση των αποδείξεων ή επιχειρούσαν να εμφανίσουν ως αντιφατικές αιτιολογίες τη διάκριση μεταξύ του εφαρμοστέου νομικού κανόνα και των πραγματικών παραδοχών. Διευκρίνισε, επίσης, ότι η απόρριψη ένστασης ως μη νόμιμης δεν μπορεί να προσβληθεί με λόγο έλλειψης νόμιμης βάσης, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα πραγματικών περιστατικών.
Με την ΑΠ 281/2026, το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 113/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, διατηρώντας την επιδίκαση των 14.863 ευρώ στην εργαζομένη, με νόμιμους τόκους. Παράλληλα, διέταξε την απόδοση του παραβόλου των 300 ευρώ που είχε καταβληθεί για την άσκηση της αναίρεσης, καθώς οι εργατικές διαφορές εξαιρούνται από τη σχετική υποχρέωση, και επέβαλε στην αναιρεσείουσα δικαστικά έξοδα ύψους 1.800 ευρώ.
Η ΑΠ 281/2026 αναδεικνύει τη σημασία της διάκρισης μεταξύ συμβατικής ελευθερίας διαμόρφωσης των αποδοχών και προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων. Ιδίως στις εποχικές επιχειρήσεις, όπου η οργάνωση της εργασίας μπορεί να συνοδεύεται από πρόσθετες παροχές και ιδιαίτερους όρους απασχόλησης, η οικονομική αποτίμηση της εργασιακής σχέσης δεν εξαντλείται σε μια συνολική σύγκριση παροχών και απαιτήσεων. Το ουσιαστικότερο συμπέρασμα της απόφασης είναι ότι ούτε οι υψηλότερες αποδοχές καλύπτουν αυτομάτως τις νόμιμες πρόσθετες αξιώσεις ούτε η αποδοχή οικειοθελών παροχών καθιστά, χωρίς ειδικές περιστάσεις, καταχρηστική τη δικαστική διεκδίκησή τους.











